Τρίτη, 18 Οκτωβρίου 2016

Πληροφορίες για την Κρητική λογοτεχνία εδώ
http://www.slideshare.net/NasiaFatsi/ss-40234675
Για τον Ερωτόκριτο



 εδώ
http://pilavakis.net/paroysiaseis/erotokritosapospasma2/erotokritos.swf

Η αξία του Ερωτόκριτου
Η λογοτεχνική αξία του έργου είναι μεγάλη. Ο Αδαμάντιος Κοραής ονόμασε τον ποιητή του Ερωτόκριτου «Όμηρο της δημώδους ποιήσεως», ενώ από τη μελέτη του επηρεάστηκε ο εθνικός μας ποιητής Διονύσιος Σολωμός. Ο Γιώργος Σεφέρης στο γνωστό του δοκίμιο για τον Ερωτόκριτο σημειώνει τις αρετές του έργου: «έλλειψη ρητορείας, περιγραφή της λεπτομέρειας, κυριαρχία στη γλώσσα και τον ρυθμό της». Ο Ερωτόκριτος είναι ποίημα «γοητευτικό». Ακόμα και οι επαναλήψεις συντελούν στη γοητεία που ασκεί. Το ποίημα έγινε δημοφιλές ανάγνωσμα των λαϊκών τάξεων και κέρδισε την προσοχή και το θαυμασμό των μελετητών.
Η κρητική αναγέννηση, προτού καταποντιστεί, έδωσε δυο καρπούς που θα ήταν αρκετοί για να τιμήσουν τόπους πολύ μεγαλύτερους από αυτό το νησί.Μια έντονη προσωπικότητα, τον Θεοτοκόπουλο. Κι αυτή τη δεκαπεντασύλλαβη φράση, που ήταν ικανή να εκφραστεί με τέτοια ακρίβεια:
Γονέοι που μ' εσπείρετε, κι από τα κόκκαλά σας
επήρα κι απ' το αίμα σας κι από την αναπνιά σας (Δ 309-10)
Γιώργος Σεφέρης, ΔοκιμέςΑ΄, σελ. 299
Πολλοί στίχοι του έμειναν στη μνήμη και δίστιχά του πήραν τον χαρακτήρα λαϊκών παροιμιών. Στις λαϊκές γιορτές των Επτανήσων, της Πελοποννήσου, της Ηπείρου και της Θεσσαλίας γίνονταν δραματικές παραστάσεις επεισοδίων του. Σημαντική επίδραση άσκησε ο Ερωτόκριτος σε ολόκληρη τη μεταγενέστερη λογοτεχνική παραγωγή.

Απ’ ό,τι κάλλη έχει άθρωπος, τα λόγια ’χουν τη χάρη,
 να κάνουσι κάθε καρδιά παρηγοριά να πάρει,
κι οπού κατέχει να μιλεί με γνώση και με τρόπο,
κάνει και κλαίσιν και γελού τα μάτια των αθρώπω.



Τα μάτια, να ‘ναι κι ανοιχτά, τη νύχτα δε θωρούσι·
μέρα και νύχτα τση καρδιάς τα μάτια συντηρούσι·
χίλια μάτια ‘χει ο λογισμός, μερού νυχτού βιγλίζου,
χίλια η καρδιά και πλιότερα, κι ουδέ ποτέ σφαλίζου.

Παρουσίαση του έργου εδώ

http://www.slideshare.net/katerina60/erotokritos-presentation


Ο ΤΡΟΧΟΣ ΤΗΣ ΜΟΙΡΑΣ
Tου Κύκλου τα γυρίσματα, που ανεβοκατεβαίνουν, και του Τροχού, που ώρες ψηλά κι ώρες στα βάθη πηαίνουν•
με του Καιρού τα αλλάματα, που αναπαημό δεν έχουν,
μα στο Kαλό κι εις το Kακό περιπατούν και τρέχουν•
και των Αρμάτω’ οι ταραχές, όχθρητες, και τα βάρη,
του Έρωτα οι μπόρεσες και τση Φιλιάς η χάρη•
αυτά να μ’ εκινήσασι τη σήμερον ημέραν,
ν’ αναθιβάλω και να πω τα κάμαν και τα φέρας
μιά Κόρη κι έναν Άγουρο, που μπερδευτήκα’ ομάδι
σε μια Φιλιάν αμάλαγη, με δίχως ασκημάδι.

Kαι τ’ όνομά τση το γλυκύ το λέγαν Aρετούσα,
οι ομορφιές τση ήσαν πολλές, τα κάλλη τση ήσαν πλούσα.
Xαριτωμένο θηλυκό την ήκαμεν η Φύση,
κι η σιάτση δεν ευρίσκετο σ’ Aνατολή και Δύση.

Kαι τ’ όνομά του νιούτσικου Pωτόκριτο το λέγαν,
ήτονε τσ’ αρετής πηγή και τσ’ αρχοντιάς η φλέγα•
κι όλες τσι χάρες π’ Oυρανός και τ’ Άστρη εγεννήσαν,
μ’ όλες τον εμοιράνανε, μ’ όλες τον εστολίσαν.

Kι όντεν η νύκτα η δροσερή κάθ’ άνθρωπο αναπεύγει,
και κάθε ζο να κοιμηθεί τόπο να βρει γυρεύγει,
ήπαιρνεν το λαγούτο του, κι εσιγανοπορπάτει,

κι εκτύπαν το γλυκιά γλυκιά ανάδια στο Παλάτι

ΤΑ ΘΛΙΒΕΡΑ ΜΑΝΤΑΤΑ
Ήκουσες Αρετούσα μου τα θλιβερά μαντάτα,
π' ο κύρης σου μ' εξόρισε σ' τση ξενιτιάς τη στράτα;

Τέσσερεις μέρες μοναχά μού δωκε ν' ανιμένω
Κι' απόκει να ξενητευτώ πολλά μακρά να πηαίνω

και πώς να σ' αποχωριστώ, και πώς να σου μακρύνω,
και πώς να ζήσω δίχως σου στο ξορισμόν εκείνο;

Κατέχω το κι' ο κύρης σου γλήγορα σε παντεύει
Ρηγόπουλο, Αφεντόπουλο, σαν είσαι συ γυρεύει

και δε μπορείς ν' αντθισταθής στα θέλουν οί γονείς σου
νικούν τηνε τή γνώμη σου κι' αλλάσει η όρεξή σου

Μιά χάρη Αφέντρα σου ζητώ κι' εκείνη θέλω μόνο
καί μετά κείνη ολόχαρος τη ζήση μου τελειώνω

την ώρα π' αρραβωνιστής να βαραναστενάξης
κι' όντε σα νύφη στολιστήςσαν παντρεμένη αλλάξης

ν' αναδακρυώσης καί να πής, Ρωτόκριτε καημένε
τα σού τασσα λησμόνησα, τα θέλες μπλιό δέ έναι

και κάθε μήνα μιά φορά μέσα στην κάμερά σου
λόγιαζε τά παθα γιά σε να με πονή η καρδιά σου

καί πιάνε καί τη ζωγραφιά, πού βρες στ' αρμάρι μέσα
και τα τραγούδια πού λργα κι' όπου πολλά σ' αρέσα

και διάβαζέ τα θώρειε τα κι' αναθυμού κι' εμένα
πως μέ ξορίσανε μακρά στα ξένα

κι' όντε σού πούν κι' απόθανα λυπήσουμε καί κλάψε
και τα τραγούδια πού βγαλα μές' στη φωτιά τά κάψε

Όπου κι' αν πάω κι' ά βρεθώ κι' ότι καιρό κι' ά ζήσω
τάσσω σου άλλη να μη δώ μηδέ ν' ανατρανίσω

Κι' ας τάξω ο κακορρίζικος πως δε σ' είδα ποτέ μου
Ένα κερίν αφτούμενο ακράτουν κ' ήσβησέ μου

Κάλλια 'χω σε με θάνατο παρ' άλλη με ζωή μου
Γιά σέναν εγεννήθηκε στον κόσμο το κορμί μου!

ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΤΗΣ ΑΡΕΤΟΥΣΑΣ
Τα λόγια σου Ρωτόκριτε, φαρμάκιν εβαστούσα
κι ουδ' όλπιζα κι ανίμενα τ' αυτιά μου ό,τι σ' ακούσα.
Και πώς μπορώ να σ' αρνηθώ κι α θέλω δε μ' αφήνει
τούτη η καρδιά που εσύ 'βαλες σ' τς' αγάπης το καμίνι.
Κι αμνόγω σου στον ουρανό, στον ήλιο, στο φεγγάρι,
άλλος ογιά γυναίκα του ποτέ να μη με πάρει.

Και βγάνει από το δαχτύλι της όμορφο δακτυλίδι,
με δάκρυα κι αναστεναγμούς του Ρώκριτου το δίδει.
Λέει του: "Να και βάλε το εις το δεξό σου χέρι,
σημάδι πως ώστε να ζω είσαι δικό μου ταίρι
και μην το βγάλεις από κει ώστε να ζεις και να 'σαι,
φόριετο κι όποια στο 'δωκε κάμε να της θυμάσαι.
Καλλιά θανάτους εκατό την ώρα θέλω πάρει,
παρά άλλος μόν' ο Ρώκριτος γυναίκα να με πάρει".

ΧΩΡΙΣΜΟΣ
Ως την αυγή εμιλούσανε, ως την αυγή εκλαίγα
κι ως την αυγή τα πάθη τως και πόνους τως ελέγα.
Ήστραψεν η ανατολή κι εβρόντηξεν η δύση
όντε τα χείλη του ήνοιξε για ν' αποχαιρετήσει.

Κι ένα μεγάλο θαύμασμα στο παραθύρι εγίνη,
οι πέτρες και τα σίδερα κλαίσι την ώρα εκείνη.
Εμίσεψ' ο Ρωτόκριτος και βιάζει τον η ώρα,
μ' ένα πρικύ αναστεναγμό που σείστηκεν η χώρα.

Τα βάσανά του τα πολλά στα δάση τα εδηγάτο
και το λαγκάδι και βουνί συχνιά του πιλογάτο.
Ουρανέ ρίξε φωτιά ο κόσμος ν' αναλάβει
κι όλοι ας λαβού κι όλοι ας καού κι η Αρετή μη λάβει.

Στην άδικη απόφαση που δόθηκε σε 'μένα,
ν' απαρνηθώ τον τόπο μου, να περπατώ στα ξένα.
Άστρη μην το βαστάξετε, ήλιε σημάδι δείξε
και σ' έτοιου αφέντη αλύπητου αστροπελέκι ρίξε

Η ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ  ΤΗΣ ΑΡΕΤΟΥΣΑΣ
Ως μπήκεν ο Ρετόκριτος στη φυλακή κι αρχίζει
να τση μιλεί και σπλαχνικά να την αναντρανίζει.
Λέγει τση: "Το με 'ρώτηξες θα σου το πω και γροίκα
πού το 'βρηκα το χάρισμα στη φυλακή σ' αφήκα.

Είναι δυο μήνες σήμερο που 'λαχα κάποια δάση,
εις τη μεριά της Έγριπος κι εβγήκαν να με φάσι
άγρια θεριά ν- εμάλωσα κι εσκότωσα απ' εκείνα
κι από τα χέρια μου νεκρά όλα τα πια απομείναν.

Με κίνδυνο εγλύτωσα οσώραν επολέμου
να γλυτωθώ απο λόγου τους δεν το' λπιζα ποτέ μου
μα εβούθηξε το ριζικό τ'αστρί με λυπηθήκα(ν)
και σκότωσα και ζύγωσα και αλάβωτο μ'αφήκαν

Δίψα μεγάλη γροίκησα στο πόλεμον εκείνο
γυρεύοντας να βρω δροσιά εσώθε σ' ένα πρίνο
και παρεμπρός εφάνη μου κουτσουναράκι χτύπα,
σιμώνω βρίσκω το νερό εις του χαρακιού την τρύπα.

Ήπια το κι εδροσίστηκα και πέρασέ μου η δίψα,
μα πούρι κι άλλα βάσανα ετότε δε μου λείψαν.
Έκατσα να ξεκουραστώ σιμά στο κουτσουνάρι
όντε γροικώ αναστεναγμό και μύσματ' αρρωστάρη.

Και βιαστικά σηκώνομαι, το ζάλο μου σπουδάζει
να δω ποιος είναι που πονεί και βαριαναστενάζει
και μπαίνω μέσα στα δεντρά που 'ταν κοντά ειςτη βρύση,
δια να δω και για να βρω το νέο αυτό όπου μύσσει.

Βρίσκω ένα νιον ωραιόπλουμο που 'λαμπε σαν τον ήλιο
κι εκείτουντο ολομάτωτος μπροστά εις ένα σπήλιο.
Σγουρά ξανθά 'χε τα μαλλιά και τα σοθέματά του
παρ' όλο οπού 'τα σα νεκρός, ήδειχνεγιε η μορφιά του.

Και δυο θεριά στο πλάι του ήτανε σκοτωμένα
και το σπαθί και τ' άρματα όλα ησαν ματωμένα.
Σιμώνω χαιρετώ τονε, λέω του: "Αδέλφι γεια σου.
Ίντα 'χεις κι απονέκρωσες, πούντη λαβωματιά σου;"

Τα μάτια του 'χε σφαλιχτά, τότε τ' αναντρανίζει
κι εθώρειε δίχως να μιλεί και στο λαιμό του αγγίζει.
Με το δακτύλι δυο φορές μου δείχνει να νοήσω
που ειχε την λαβωματιά να τον εβοηθήσω

Το στήθος του ξαρμάτωσα και μια πληγή του βρίσκω
δαμάκιν αποκατωθιό από τον ουρανίσκο.
Ολίγο του από βοτσί τον είχε δαγκαμέν
φαίνεται να χε το θεριό δόντι φαρμακεμένο
Και πήρεν του τη δύναμη και την πνοήν του εχάσε
και το φαρμάκι πέρασε και μέσα τον επιάσε.

Κι αγάλι αγάλια 'χάνετο σαν το κερί όντε σβήνει,
έκλαψα κι ελυπήθηκα πολύ την ώρα εκείνη.
Σαν αδελφό μου καρδιακό τον έκλαιγα κι επόνου,
μα πόνοι, δάκρυα, κλάηματα άνθρωπο δε γλυτώνου.
Εψυχομάχε κι έλεγε να στέκω μη μισέψω,
εθάρρειε πως τέτοια πληγή μπορούσα να γιατρέψω.

Δείχνει μου το δαχτύλι ν του που χε το δαχτυλίδι
και γνώρισα σα χάρισμα σαν φίλος μου το δίνει.
Τότε μια σιγανή φωνή μόνο τ' αυτιά μου ακούσα(ν)
και είπανε τα χείλη του: "Σε 'χασα Αρετούσα".
Ετούτα είπε μοναχά και τέλειωσ' η ζωή του
και με πρικύ αναστεναγμό εβγήκε η ψυχή του.

Τουτα τα χέρια που θωρείς λάκκο σιμιό του σκάψα(ν)
και τούτα τον εσήκωσαν και τουτα τον εθάψαν
ΤΑΡΑΧΗ
Ως τ' άκουσεν η Αρετή ώρα λιγάκι εστάθη
αμίλητη κι ο πόνος τση την ήκαμε κι εχάθη.
Επλήθυνε η αποκοτιά κι εχάθηκεν η τάξη,
το νου τση εγροίκα σαν πουλί να φύγει, να πετάξει.

Κανένα μπλιό δεν ντρέπεται, κιανένα δε φοβάται
και με τους αναστεναγμούς τα πάθη τση δηγάται

Ο ΘΡΗΝΟΣ ΤΗΣ ΑΡΕΤΟΥΣΑΣ

Ρωτόκριτε, ίντα θέλω μπλιό τη ζήση να μακραίνω,

ποια ολπίδα μπλιό μου 'πόμεινε και θέλω ν' ανιμένω;

Δίχως σου πώς είν' μπορετό στον κόσμο μπλιό να ζήσω.
Ανάθεμα στο ριζικό στ' αφύλαγεν οπίσω!



Με τη ζωή σου είχα ζωή και με το φως σου 'θώρου,

τα πάθη μου θυμώντας σου επέρνου σαν εμπόρου.
Αρνήθηκα τα πλούτη μου, τον κύρη και τη μάνα,
ποτέ δεν εβαρέθηκα τα πάθη που μου 'κάμαν.




Θυμώντας σου Ρωτόκριτε πως μου 'σουν νοικοκύρης,

εγίνον σου και μάνα μου, εγίνον σου και κύρης.
Για σένα ενεστέναζα, για σένα είχα πόνους,
για σένα βασανίζομαι σήμερα πέντε χρόνους.













Δεν υπάρχουν σχόλια: